Τα light αναψυκτικά αυξάνουν τον κίνδυνο κατάθλιψης

Τα light αναψυκτικά αυξάνουν τον κίνδυνο κατάθλιψης

Η κατανάλωση αναψυκτικών, ιδίως διαιτητικών, που περιέχουν τεχνητές γλυκαντικές ουσίες, σχετίζεται με αυξημένο κίνδυνο κατάθλιψης στους ενήλικες,ενώ αντίθετα η κατανάλωση καφέ με ελαφρώς μειωμένο κίνδυνο, σύμφωνα με μια νέα μεγάλη αμερικανική επιστημονική έρευνα.

 

Ακόμα και η κατανάλωση διαιτητικών φρουτοχυμών με τεχνητές γλυκαντικές ουσίες φαίνεται να αυξάνει τον κίνδυνο κατάθλιψης, σύμφωνα με την επίμαχη μελέτη.

 

Οι ερευνητές, με επικεφαλής τον νευρολόγο Χονγκλέι Τσεν των Εθνικών Ινστιτούτων Υγείας των ΗΠΑ, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο συνέδριο της Αμερικανικής Ακαδημίας Νευρολογίας ανέφεραν ότι:

 

«τα διαιτητικά αναψυκτικά, ο καφές και το τσάι καταναλώνονται ευρέως σε παγκόσμιο επίπεδο και έχουν σημαντικές φυσικές -και πιθανώς σημαντικές ψυχικές- επιπτώσεις στην υγεία»

 

Οι επιστήμονες μελέτησαν περίπου 264.000 ανθρώπους, ηλικίας 50 έως 71 ετών, για μια περίοδο δέκα ετών και συσχέτισαν το είδος των ροφημάτων που κατανάλωναν, με τις ιατρικές διαγνώσεις για κατάθλιψη (συνολικά 11.311 άτομα).
Όπως διαπιστώθηκε, όσοι έπιναν περισσότερα από τέσσερα κουτιά ή ποτήρια οποιουδήποτε είδους αναψυκτικού την ημέρα, είχαν 30% περισσότερες πιθανότητες να εκδηλώσουν κλινικά διαγνωσμένη κατάθλιψη, σε σχέση με όσους δεν έπιναν καθόλου αναψυκτικά.

 

Ο κίνδυνος ήταν ακόμα μεγαλύτερος για όσους προτιμούσαν να πίνουν διαιτητικά (31%), παρά κανονικά αναψυκτικά (22%). Ακόμα κι όσοι έπιναν πολλούς φρουτοχυμούς με τεχνητές γλυκαντικές ουσίες (τέσσερις ή περισσότερους καθημερινά), είχαν 51% μεγαλύτερη πιθανότητα να διαγνωστούν με κατάθλιψη, σε σχέση με όσους δεν έπιναν καθόλου φρουτοχυμούς.
Όμως όσοι έπιναν τέσσερα φλιτζάνια καφέ καθημερινά, είχαν περίπου 10% λιγότερες πιθανότητες εμφάνισης κατάθλιψης, σε σχέση με όσους δεν έπιναν καθόλου καφέ.

Οι δουλειές του νοικοκυριού κάνουν καλό στην υγεία

 

Η σημασία της σωματικής δραστηριότητας στη ρύθμιση του βάρους και της υγείας μας έχει αποδειχθεί ότι παίζει πολύ σημαντικό ρόλο.

 

Μια νέα έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο επιστημονικό περιοδικό PLOS One, έρχεται εκ νέου να το επιβεβαιώσει και μάλιστα υποστηρίζει ότι είναι πιο σημαντικός παράγοντας ακόμα και από την ποσότητα και το είδος των τροφών που καταναλώνουμε.

 

Η έρευνα των Αμερικανών ερευνητών, με τίτλο «Τάσεις, σε βάθος 45ετίας, ως προς τη χρήση του χρόνου των γυναικών και την ενέργεια που δαπανούν στη διαχείριση του νοικοκυριού» τονίζει τη σημασία οποιασδήποτε σωματικής δραστηριότητας στη διατήρηση υγιούς σωματικού βάρους, ακόμη και αν πρόκειται για οικιακές εργασίες.

 

Σύμφωνα με τα ευρήματα της έρευνας, η σωματική αδράνεια αποτελεί την τέταρτη κυριότερη αιτία θανάτου στον κόσμο αν και, συχνά, η σημασία της σωματικής δραστηριότητας υποτιμάται, σε σχέση με άλλους παράγοντες, στην κλινική έρευνα και στη συνείδηση του κοινού.

 

Οποιαδήποτε μορφή σωματικής δραστηριότητας, ακόμα και οι δουλειές του νοικοκυριού, παίζουν μεγάλο ρόλο στη ρύθμιση του σωματικού βάρους και έχουν πολλαπλά οφέλη για την υγεία.

 

Οι ερευνητές διαπίστωσαν σημαντική μείωση του χρόνου που δαπανούν οι γυναίκες σε οικιακές εργασίες, κατά τα τελευταία 50 χρόνια. Συγκεκριμένα, χρησιμοποιώντας στοιχεία των ετών 1965-2010, παρατήρησαν ότι ο χρόνος αυτός μειώθηκε από 25,7 ώρες την εβδομάδα το 1965, σε 13,3 ώρες το 2010.

 

Μεταξύ των γυναικών που δεν εργάζονταν, οι θερμίδες που έκαιγαν ασχολούμενες με τις δουλειές του σπιτιού μειώθηκαν κατά περίπου 360 θερμίδες την ημέρα, καθώς ο αντίστοιχος χρόνος μειώθηκε σε 16,6 ώρες την εβδομάδα το 2010, από 33,1 ώρες το 1965.

 

Οι εργαζόμενες γυναίκες ξόδευαν μόλις 6,7 ώρες την εβδομάδα στις δουλειές του σπιτιού το 2010 και έκαιγαν 132 θερμίδες λιγότερες, συγκριτικά με το 1965. Κατά μέσον όρο, οι γυναίκες καίνε καθημερινά 200 θερμίδες λιγότερες, συγκριτικά με τη δεκαετία του ’60.

 

Εκτός από τη μείωση του χρόνου ενασχόλησης με τις οικιακές εργασίες, οι ερευνητές ανακάλυψαν ότι αυξήθηκε, παράλληλα, ο χρόνος που παρακολουθούσαν τηλεόραση, ταινίες ή ασχολούνταν με τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Κατά μέσον όρο, ο χρόνος που δαπανήθηκε μπροστά σε οθόνες ανήλθε σε 16,5 ώρες την εβδομάδα το 2010, από 8,3 ώρες το 1965.

 

Μέχρι το 2010, ο χρόνος που διέθεταν για χρήσεις μπροστά σε οθόνη αυξήθηκε κατά 25%, σε σχέση με τον χρόνο που διέθεταν για δουλειές του σπιτιού. Οι συγγραφείς της μελέτης συνδέουν τα παραπάνω στοιχεία με την αύξηση των επιπέδων παχυσαρκίας και σημειώνουν ότι «η ανακατανομή του χρόνου από τις ενεργές ασχολίες (δηλαδή, τις οικιακές εργασίες) στις καθιστικές ενασχολήσεις (π.χ. τηλεόραση) έχει σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία».

 

Αυτό βέβαια δεν σημαίνει ότι οι γυναίκες θα πρέπει να κάνουν περισσότερες δουλειές στο σπίτι, αλλά ότι πρέπει, όλοι, να είμαστε περισσότερο δραστήριοι στην καθημερινότητά μας.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *